Σάββατο 14 Ιουνίου 2008

Κερδίζω, συνεχίζω




Η αντιγραφή δεν αποτελεί συνιδιοκτησία
και δεν θεμελιώνει κανένα δικαίωμα.

Γι αυτό από εδώ αντιγράφετε ελεύθερα.

Πάουλ Τσελάν

Γράμμα και ρολόι

Κερί,
για να σφραγίσεις το Άγραφο,
που θα μαντέψει τ' όνομά σου,
που κρυπτογραφεί
τ' όνομά σου

θά 'ρθεις τώρα, φως συ που πλέεις;

Δάχτυλα, κι αυτά από κερί,
περασμένα
σε άγνωστους, κρίκους οδυνηρούς.
Και τ' άκρα τους λιώνουν.

Θά 'ρθεις, φως εσύ που πλέεις;

Kενές από χρόνο οι κερήθρες της ώρας,
μέλισσες χίλιες, γαμήλιο σμήνος έτοιμο
για ταξίδι.

Έλα, φως εσύ που πλέεις.

μτφ: Μηνάς Δημάκης

Σαπφώ

Ίδιος θεός μου φαίνεται εκείνος εκεί ο άντρας
που απέναντί σου κάθεται,
κι από κοντά το γλυκομίλημά σου
ακούει

και τ' όμορφο το γέλιο σου,
τούτο που την καρδιά μου, αληθινά, ταράζει μες στα στήθη'
όταν για λίγο σε κοιτώ, μήτε φωνή μήτε μια λέξη
βγάζω,

καθώς η γλώσσα μου έχει παγώσει στη σιωπή
κι ευθύς, κάτω απ' το δέρμα μου, μικρή φωτιά χυμάει.
Τα μάτια μου δεν βλέπουν τίποτε, βουίζουνε
τ' αυτιά μου,

κι ιδρώτα χύνει το κορμί' ολόκληρη ένα τρέμουλο
μ' αδράχνει, πιο πράσινη κι απ' το γρασίδι γίνομαι
και φαίνομαι απ' το θάνατο λίγο εγώ ν' απέχω,
με σαλεμένα τα μυαλά.

Μετ. Γεωργία Παπαδάκη

Νίκος Καββαδίας

Γράμμα ενός Αρρώστου

Φίλε μου Αλέξη, το 'λαβα το γράμμα σου
και με ρωτάς τι γίνομαι, τι κάνω;
Μάθε, ο γιατρός πως είπε στη μητέρα μου
ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω...

Είναι καιρός όπου έπληξα, διαβάζοντας
όλο τα ίδια που έχω εδώ βιβλία,
κι όλο εποθούσα κάτι νέο να μάθαινα
που να μου φέρει λίγη ποικιλία.

Κι ήρθεν εχθές το νέο έτσι απροσδόκητα
- σιγά ο γιατρός στο διάδρομο εμιλούσε -
και τ' άκουσα. Στην κάμαρα εσκοτείνιαζε
κι ο θόρυβος του δρόμου εσταματούσε.

Έκλαψα βέβαια, κάτω απ' την κουβέρτα μου.
Λυπήθηκα. Για σκέψου, τόσο νέος!
Μα στον εαυτό μου αμέσως υποσχέθηκα
πως θα φανώ, σαν πάντοτε, γενναίος.

Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα
κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη
και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα
κι όλο η μητέρα μου 'λεγε: το Μάρτη...

Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα
κι ένα του Μαγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:
"Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!"
Κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει.

Να πεις στους φίλους χαιρετίσματα,
κι αν τύχει κι ανταμώσεις την Ελένη,
πως μ' ένα φορτηγό - πες της - μπαρκάρισα
και τώρα πια να μη με περιμένει...

Αλήθεια! Ο Χάρος ήθελα να 'ρχότανε
σαν ένας καπετάνιος να με πάρει
χτυπώντας τις βαριές πέτσινες μπότες του
κι ένα μακρύ τσιμπούκι να φουμάρει.

Αλέξη, νιώθω τώρα πως σ' εκούρασα.
Μπορεί κιόλας να σ' έκαμα να κλάψεις.
Δε θα 'βρεις, βέβαια, λόγια για μι' απάντηση.
Μα δε θα λάβεις κόπο να μου γράψεις...

Αθηνά Παπαδάκη

Το άσπρο χαρτί αποτελεί την πιο ερωτική στιγμή της πίστεως. Η αμηχανία απέναντι σε τούτη την παρθενικότητα, θα τα πεις όλα, ναι ή όχι;

Αγγίζεις, το αποτύπωμα των χεριών σου θ' ακουμπήσει και τα δάκτυλα του παραλήπτη. Η ανάγκη της σωματικής επαφής. Η λευκή σελίδα, συχνά μαγική, κουβαλάει αόρατα στίγματα όπως την αναπνοή, το άρωμα, τον καπνό απ' το τσιγάρο σου. Μπορεί ο αποδέκτης να τα νιώσει. Η γραμμένη κόλλα κάποτε φέρνει την προσωπική σου ταυτότητα περισσότερο κι από την υπογραφή.

Σκέφτεσαι, στα μάτια σου στιγμιαία εμφανίζεται φίλος ή εχθρός, θα του αφιερώσεις ένα τμήμα του εαυτού μα και της μνήμης σου. Στη γραφή βασιλεύει η μνήμη, επώδυνη τις πιο πολλές φορές, απαιτεί να γεφυρώσεις ή να γκρεμίσεις την απόσταση.

Ακολουθεί η διαδικασία του κειμένου, είσαι με τεκμήρια ο υπερασπιστής του. Αν δεν σε χαρακτηρίζει η προνοητικότητα, μπορεί να εξελιχθεί σε μελλοντικό εχθρό. Ύστερα η καλλιγραφία, αποτελεί πνευματική ομορφιά, έχει μεγάλη σημασία, όχι μόνο για την κατανόηση του κειμένου. Η αισθητική των ψηφίων δίνει στο σύνολο του λόγου ένα κύρος, ακόμα κι αν ηχεί κενός. Διπλώνεις στο τέλος την κόλλα, η κίνηση ανήκει στην άμυνα του κρυφού. Κλείνεις τα υπάρχοντά σου, πλούσια ή φτωχά, εσύ γνωρίζεις. Ανοίγεις ή σταματάς το διάλογο με το αλλού.

Μιχάλης Κατσαρός

Δίπτυχον για τον Γεώργιο Σεφέρη

Τα ελληνικά ποιήματα
απ' το τριάντα - τι πάθος
Τη ζωή μας πήραμε -
Το λάθος ήτο η επιστροφή
Εκείνο το χαμένο δείλι.

Την γλώσσα του Απρίλη
δεν εννοεί - κανείς
κι' οι φίλοι - ο Τσίρκας
κι' αιγύπτιοι άλλοι
μεγάλη απαντοχή
Και η απάντηση
π' άργησε να 'ρθεί.

Μίλτος Σαχτούρης

Τα περιστέρια του νεκρού

Στον Οδυσσέα Ελύτη

Δε δίνω αίμα στις φλέβες των πουλιών
και τα ποτάμια μου κρατήσαν τα νερά τους
επάνω στα ψηλά βουνά τρεις βίγλες έχω στήσει
μεσ' στη σπηλιά μου φύλαξα τους αετούς

Ελάτε βγήτε στον κάμπο περιστέρια μου
με τις γαλάζιες κορδέλες στο λαιμό σας
ελάτε βγήτε με το φεγγάρι στην καρδιά
σα θα σηκώσω την ταφόπετρά μου

Αργοπεθαίνουν γύρω μου τ' άλλα πουλιά
ελάτε βγήτε στον κάμπο περιστέρια μου
ελάτε βγήτε σφαγμένα περιστέρια μου